Η επτανησιακή όπερα αναπτύχθηκε στο έντονα διεθνικό και διαπολιτισμικό πλαίσιο των αστικών κέντρων των Ιονίων Νήσων κατά τον 19ο αιώνα, σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον διαμορφωμένο από τη μακρόχρονη βενετική (1386-1797), γαλλική (1797-1799, 1807-1814) και κατόπιν βρετανική (1815-1864) επικυριαρχία, και επηρεασμένο σε μεγάλο βαθμό από τις προσεγγίσεις της ιταλικής μουσικής και θεατρικής παράδοσης. Οι Επτανήσιοι συνθέτες, εκκινώντας με εντόπιους μουσικοπαιδαγωγούς, σπούδασαν κατά κανόνα στα ιταλικά ωδεία (Νεάπολη, Μιλάνο), καθώς και αργότερα σε γαλλικά και κεντροευρωπαϊκά ιδρύματα, και ενσωμάτωσαν στα έργα τους τις συμβάσεις της ιταλικής όπερας, καθώς και στοιχεία της γαλλικής γκραντ-οπερά [grand opéra]. Οι κυριότερες αισθητικές αναφορές τους ήταν ο ρομαντισμός και οι κεντροευρωπαϊκές εθνικές σχολές, ενώ σε ορισμένα έργα διακρίνονταν στοιχεία νεοκλασσικισμού, ρεαλισμού, ιμπρεσιονισμού και πρώιμου βερισμού. Οι δημιουργίες τους πρωτοπαρουσιάστηκαν σε θέατρα οικοδομημένα κατά τα πρότυπα των ιταλικών λυρικών σκηνών: το Nobile Teatro di San Giacomo [Νομπίλε Τεάτρο ντι Σαν Τζάκομο] στην Κέρκυρα (κατασκευασμένο μεν το 1693, αλλά μετασκευασμένο σε θέατρο το 1720), ο «Κέφαλος» (1858) στην Κεφαλονιά και τα θέατρα «Απόλλων» (1836) και «Φώσκολος» (1875) στη Ζάκυνθο.
Τα λιμπρέτα γράφονταν αρχικά στα ιταλικά, εξαιτίας της απουσίας ελληνόφωνων ερμηνευτών, και σε ορισμένες περιπτώσεις μεταφράστηκαν αργότερα στα ελληνικά. Η θεματολογία αντλούσε αρχικά από τα πρότυπα της ρομαντικής λογοτεχνίας Ιταλών, Γερμανών και Γάλλων συγγραφέων, με μοτίβα όπως ο μοιραίος έρωτας, οι ιδέες της ελευθερίας, οι πολιτικές συγκρούσεις και η αναφορά στο μεσαιωνικό παρελθόν. Παράλληλα, και ειδικά από τα μέσα του 19ου αιώνα, εξαιτίας του αιτήματος διαμόρφωσης αυτοτελούς ελληνικής όπερας, η θεματολογία στράφηκε προς την αρχαιότητα, την Ελληνική Επανάσταση, τη λαϊκή παράδοση και την ποίηση Επτανησίων λογοτεχνών.
Ως προς τη μουσική γλώσσα, η επτανησιακή όπερα αξιοποίησε, πέρα από τις δυτικοευρωπαϊκές συμβάσεις και μελωδίες, ρυθμούς και μοτίβα της ελληνικής εξωαστικής παραδοσιακής και αστικολαϊκής μουσικής, ενσωματώνοντας και στοιχεία οριενταλισμού (χρωματικές κλίμακες, τριημιτόνια). Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι συνθέτες υιοθέτησαν πρακτικές του Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ] και των ευρύτερων υστερορομαντικών μουσικών θεωρήσεων.
Πρώιμες μορφές επτανησιακής όπερας αποτελούν οι κωμικές όπερες Gli amanti confusi [Οι σαστισμένοι εραστές] (1791) του Στέφανου Πογιάγου και Don Crepuscolo (1815, μονόπρακτη "azione comica") του Νικόλαου Χαλικιόπουλου Μάντζαρου [Nikolaos Mantzaros]. Ο Υποψήφιος (1867) του Σπυρίδωνος Ξύνδα αποτελεί την πρώτη πλήρη όπερα εξαρχής σε ελληνική γλώσσα (και μάλιστα δημοτική), με σατιρικό, αλλά ρεαλιστικό, σχολιασμό της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Ο Παύλος Καρρέρ [Pavlos/Paolo Carrer] καλλιέργησε το ελληνικό εθνικό μελόδραμα με έργα όπως Μάρκος Βότζαρης (1858), Κυρά-Φροσύνη (1868), Δέσπω (1875) και Μαραθών-Σαλαμίς (1888, πρεμιέρα 2003), παραλλήλως με τα έργα που προορίζονταν για εκτός του ελληνικού χώρου ακροατήρια. Ο Σπυρίδων Σαμάρας [Spyridon/Spiro Samaras/Samara] διακρίθηκε στις ευρωπαϊκές λυρικές σκηνές με έργα όπως Flora mirabilis [Φλόρα μιράμπιλις] (1886), La martire [Η μάρτυς] (1894) και Rhea [Ρέα] (1908). Μεταξύ των συνθετών που συνέβαλαν στην ανάπτυξη της επτανησιακής όπερας συγκαταλέγονται επίσης οι Ιωσήφ Λιβεράλης, Δομένικος Παδοβάνης, Εδουάρδος και Ναπολέων Λαμπελέτ, Διονύσιος Ροδοθεάτος, Διονύσιος Λαυράγκας και Αλέξανδρος Γκρεκ. Καίρια ήταν η συμβολή του Λαυράγκα στη διάδοση της όπερας στον κυρίως ελλαδικό χώρο με τις δράσεις του Ελληνικού Μελοδραματικού Θιάσου, του οποίου ηγούταν, παρουσιάζοντας έργα του διεθνούς και του επτανησιακού ρεπερτορίου.
Η παγίωση της λεγόμενης Εθνικής Μουσικής Σχολής τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., με κύριο εκπρόσωπο τον Μανώλη Καλομοίρη [Manolis Kalomiris], καθώς και η κοινωνικοοικονομική κρίση που γνώρισαν τα Επτάνησα μετά τους πολέμους και τους καταστροφικούς σεισμούς (ιδίως ο σεισμός Κεφαλονιάς-Ζακύνθου, 1953), οδήγησαν σταδιακά στην παρακμή της επτανησιακής όπερας. Ορισμένα οπερατικά έργα Επτανησίων συνθετών εξακολουθούν ωστόσο να παρουσιάζονται σε φορείς όπως η Εθνική Λυρική Σκηνή, η οποία τα εντάσσει περιοδικά στο ρεπερτόριό της. Παρά ταύτα, μεγάλο μέρος τους παραμένει ακόμη ανέκδοτο.